Loading...
Θέατρο

«Μαρία Πολυδούρη» της Βιβής Κοψιδά-Βρεττού: Μια συγκλονιστική ανα-παράσταση του τραγικού από τον «Οργανισμό Ελληνικού Θεάτρου Αιχμή»

Ήταν μια καθηλωτική θεατρική εμπειρία η παράσταση του έργου Μαρία
Πολυδούρη της ποιήτριας και συγγραφέως Βιβής Κοψιδά-Βρεττού, από τον
Οργανισμό Ελληνικού Θεάτρου Αιχμή. Σε δύο επίσημες πρεμιέρες, στην Πρέβεζα
(5 Δεκεμβρίου) και στη Λευκάδα (7 Δεκεμβρίου 2018-Υπό την αιγίδα του
Πνευματικού Κέντρου), οι θεατές (ανάμεσά τους και σχολεία), είχαν την ευκαιρία να
παρακολουθήσουν μια συγκλονιστική παράσταση, της οποίας η αυθεντική
ατμόσφαιρα προσώπων και γεγονότων ανάστησε τη δραματική περιπέτεια της ζωής
και της σκέψης δύο εμβληματικών μορφών της νεοελληνικής ποίησης: της Μαρίας
Πολυδούρη και του Κώστα Καρυωτάκη. Σε ρόλο πρωταγωνιστικό η τραγική ποιήτρια
Μαρία Πολυδούρη, αναδύεται μέσα στο έργο με την αγέρωχη, ανυπόταχτη,
ερωτική και επαναστατική της φύση, ως σύμβολο μιας εποχής-του μεσοπολέμου-
που ήθελε να γκρεμίσει και να χτίσει τον κόσμο από την αρχή.
Ολόκληρη η ζωή της και η σχέση της με τον Καρυωτάκη, οι δραματικές εντάσεις και
οι πικρές της συντυχίες, οι σφοδρές συγκρούσεις, εκφέρονται στο θεατρικό έργο με
αφηγηματικές και δραματικές τεχνικές, που κινούν τη δράση όχι στον πληκτικό,
μονοδιάστατο χρόνο, αλλά σε χρόνους κυκλικούς, αξιοποιώντας πάλι ιδιαίτερες
τεχνικές της αφήγησης. Μέσα σ’αυτούς τους παλίνδρομους χρόνους της κεντρικής
μορφής του έργου-της Μαρίας Πολυδούρη-, από τα παιδικά χρόνια και την
οικογενειακή της ζωή, μέχρι το δραματικό κρεσέντο της μοιραίας συνάντησης με
τον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, την αρρώστια και την αυτοκτονία του και τον
δραματικά πρώιμο θάνατο της ίδιας από φυματίωση, μέσα σε αφόρητη φτώχεια
και αξιοπρέπεια μοναδική, θα ξετυλίγεται ένα διαρκώς ανανεούμενο σύμπαν
ψυχικών- συναισθηματικών συμβάντων και κοινωνικών γεγονότων, προσφέροντας
ένα ανεπανάληπτο στη γνησιότητά του περιβάλλον αλήθειας των πρωταγωνιστών
του.
Γι’αυτό το σκοπό η συγγραφέας του έργου, θα αξιοποιήσει κείμενα αλληλογραφίας,
ημερολόγια, πεζά και ποιητικά κείμενα των δύο ποιητών, κείμενα κριτικής και άλλες
φιλολογικές μαρτυρίες και πηγές, και θα τα εντάξει με μαεστρία στο όλον έργο,
δημιουργώντας αφενός την αυθεντικότητα του κόσμου τους αλλά ταυτόχρονα
απευθυνόμενη και στον σύγχρονο θεατή, που είναι ως να μετέχει σε ένα παροντικό
περιβάλλον κοινωνικών και πολιτικών εμπειριών.
Μ’αυτή την υψηλή συναίσθηση ευθύνης απέναντι σε πρόσωπα που υπέφεραν την
ιστορία και που μια δεύτερη, απρόκλητη από τους ίδιους ζωή τους, δεν έπρεπε να
τους προδώσει, η συγγραφέας παρέδωσε στον έμπειρο και άξιο σκηνοθέτη Γιάννη
Νικολαΐδη το έργο Μαρία Πολυδούρη, με την αισιόδοξη προτροπή ΓΕΝΝΗΘΗΤΩ! Κι
εκείνος-όπως η επίμονη, ασκημένη στα δύσκολα σκηνοθετική του μαεστρία πάνω

στο αρχαίο δράμα, τον έχει διδάξει, έδωσε στο έργο την ένταση, το βάθος και τη
γνησιότητα που διαπερνούν τον κειμενικό λόγο. Πρώτα επιλέγοντας τους
πρωταγωνιστές του κι έπειτα ανασταίνοντας σκηνικά την ενδοκειμενική ύπαρξη των
στοιχείων θεατρικότητας.
Η επιλογή της εξαιρετικά ταλαντούχου ηθοποιού Φωτεινής Φιλοσόφου,
«ειδικευμένης» σε ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου, που με αισθαντική
πειστικότητα και ανεπανάληπτη δραματική ένταση έχει πραγματώσει στη μακρά
θητεία της στο θέατρο, ήταν η πρώτη στοχευμένη επιτυχώς κίνησή του. Η Φωτεινή
Φιλοσόφου επί σκηνής δίνει την εντύπωση των ακάματων μεταμορφώσεων: ότι
κάθε στιγμή αλλάζουν πρόσωπα, εικόνες, περιβάλλοντα και πράξεις. Η μοναδική
εκφραστικότητα του προσώπου της-ιδιαίτερα των ματιών της-, η υποκριτική
ένταση, η ακρίβεια εναλλαγής του λόγου και των σιωπών της, η σύμμετρη με το
συναίσθημα σωματική της εκφραστικότητα, με άλλα λόγια η συστράτευση όλων
των κωδίκων της υποκριτικής της δεξιότητας, προσφέρει, στις υπάρχουσες μήτρες
παραστασιμότητας του έργου, την αυθεντικότητα του βιώματος.
Δίπλα της, ο έμπειρος ηθοποιός του θεάτρου Νίκος Γιάννακας, στο ρόλο του Κώστα
Καρυωτάκη, θα υλοποιήσει με τη δωρική, στοχαστική, αυστηρή του ερμηνεία και το
πειστικά καταγγελτικό του ήθος, την αντίστιξη των βασικών χαρακτήρων του έργου:
της γεμάτης πάθος και παραφορά Μαρίας Πολυδούρη και της εσωστρεφούς,
συγκρατημένης, αλλά τολμηρής στην κοινωνική της κριτική, φύσης του ποιητή
Κώστα Καρυωτάκη.
Στο ρόλο του εξωδιηγητικού αφηγητή ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ως μια διακριτική
«υποσημείωση» του έργου, διασυνδέει τον θεατή με τα παραλειπόμενα της
σκηνικής δράσης και με την παρουσία προσώπων στις παρυφές της αφηγημένης
«ιστορίας». Παράδειγμα: η φωνή των ποιητών Κώστα Ουράνη, Άγγελου Τερζάκη,
Άγγελου Σικελιανού κ.λ.π. Ενώ η ηχογραφημένη, απόκοσμη φωνή της Μητέρας (της
Μαρίας Πολυδούρη) ζωντανεύει και ενεργοποιεί συγκινησιακά τις αναδρομές της
μνήμης.
Αξίζει να αναφερθεί η μουσική επένδυση του έργου από τον Στέφανο Νικολαΐδη.
Με γνώση της κλασικής και της σύγχρονης μουσικής και έπειτα από διεισδυτική
προσέγγιση του έργου, ο νεαρός φιλόλογος Στέφανος Νικολαΐδης, έρχεται να
υπογραμμίσει με μουσικούς ήχους το πότε ευαίσθητο, πότε παθιασμένο και πότε
επαναστατημένο περιεχόμενο της ψυχής των πρωταγωνιστών.
Τα σκηνικά της Όλγας Σχοινά και η ενδυματολογική της προσέγγιση: όλα λιτά,
σχεδόν στοιχειώδη, μια μελαγχολική, μινιμαλιστική ανάπλαση των πραγματικών
περιβαλλόντων, πειστικών στη σκηνική τους αναπαράσταση. Το λευκό χρώμα που
επικρατεί στα ελάχιστα αντικείμενα (και ο φωτισμός του Στέφανου Κεραμιδά), είναι
το λευκό που επανέρχεται στο έργο (αθωότητα, νεότητα, θάνατος), και που

διαμηνύει φανερά ή υπόρρητα το δραματικό πεπρωμένο των ηρώων, μέχρι την
κορυφαία πράξη τραγικότητας του επιλόγου.
Μέσα σε ένα μυσταγωγικό περιβάλλον, οι θεατές σε απόλυτη μέθεξη με τη
συναισθηματική ένταση και το διανοητικό περιβάλλον του έργου, «έπαιξαν» μιαν
ιδεώδη θεατρική σύμβαση-την αμοιβαιότητα δηλαδή της αποδοχής ανάμεσα στη
σκηνή και τους θεατές. Και πήραν τη μαγεία της ποίησης, της αγωνιστικότητας και
της εξέγερσης απέναντι σε ό,τι πολεμά την τιμιότητα της ψυχής και της πράξης.-